Τρίτη, 11 Αυγούστου, 2026

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τις Ελληνικές Επιχειρήσεις Σήμερα

Τεχνητή νοημοσύνη: Οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν δυναμικά στην AI – Τι δείχνει μελέτη της ΕΚΤ

Τεχνητή νοημοσύνη: Οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν δυναμικά στην AI – Τι δείχνει μελέτη της ΕΚΤ

Η τεχνητή νοημοσύνη περνά πλέον από τη θεωρία στην καθημερινή λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων, με ολοένα περισσότερες εταιρείες να ενσωματώνουν εφαρμογές AI στις δραστηριότητές τους και να αυξάνουν τις σχετικές επενδύσεις. Σύμφωνα με νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η Ελλάδα εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή δυναμική, κυρίως στις μεσαίες και μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες καταγράφουν από τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη.

Επτά στις δέκα επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ήδη AI

Η έρευνα της ΕΚΤ, που πραγματοποιήθηκε σε περίπου 6.000 επιχειρήσεις από 12 χώρες της Ευρωζώνης, δείχνει ότι το 70% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει χρησιμοποιήσει, έστω και περιστασιακά, τεχνητή νοημοσύνη, ποσοστό αντίστοιχο με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Από αυτές:

  • το 12% κάνει εκτεταμένη χρήση AI, έναντι 7% στην Ευρωζώνη,
  • το 29% χρησιμοποιεί την τεχνολογία σε μέτριο βαθμό,
  • ενώ άλλο ένα 29% την αξιοποιεί περιστασιακά.

Πρωταγωνιστούν οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η εικόνα στη βιομηχανία. Σύμφωνα με τη μελέτη, δύο στις τρεις μεσαίες και μεγάλες ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις (66%) είχαν ήδη επενδύσει σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης έως τον Ιούνιο του 2025, επίδοση που αποτελεί την υψηλότερη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.

Αντίθετα, στις μικρότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 18%, γεγονός που αναδεικνύει το επενδυτικό χάσμα ανάμεσα στις μικρές και τις μεγαλύτερες εταιρείες.

Διαφορετική εικόνα σε εμπόριο, υπηρεσίες και κατασκευές

Στον κλάδο του εμπορίου, περισσότερο από το 40% των μεσαίων και μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων έχει ήδη επενδύσει στην AI, ενώ στις μικρότερες επιχειρήσεις το ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 7%.

Στις υπηρεσίες, η εικόνα διαφοροποιείται, καθώς οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο δραστήριες στις επενδύσεις AI από τις μεγαλύτερες (22% έναντι 11%), αν και συνολικά ο κλάδος υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Στις κατασκευές, οι επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες, τόσο στις μεγάλες όσο και στις μικρότερες επιχειρήσεις.

Οι επενδύσεις στην AI αυξάνονται

Οι ελληνικές επιχειρήσεις εκτιμούν ότι σχεδόν το 10% των συνολικών επενδύσεών τους μέσα στο 2026 θα αφορά τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Η μελέτη επισημαίνει ότι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος: όσες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ήδη εντατικά την AI σχεδιάζουν να επενδύσουν ακόμη περισσότερο, ενώ όσες βρίσκονται στα πρώτα στάδια υιοθέτησης εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές.

Γιατί επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη

Οι βασικότεροι λόγοι που οδηγούν τις ελληνικές επιχειρήσεις στην αξιοποίηση της AI είναι:

  • η βελτίωση των βασικών επιχειρηματικών διαδικασιών,
  • η αναβάθμιση των διοικητικών λειτουργιών,
  • η αποτελεσματικότερη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Αντίθετα, η μείωση του κόστους εργασίας, η έρευνα και ανάπτυξη ή η δημιουργία νέων προϊόντων εμφανίζονται ως δευτερεύοντα κίνητρα.

Τα εμπόδια παραμένουν

Για τις επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν ακόμη τεχνητή νοημοσύνη, η ΕΚΤ καταγράφει τρεις βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες:

  • έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων,
  • ανησυχίες για την προστασία των δεδομένων και ζητήματα δεοντολογίας,
  • δυσπιστία απέναντι στα αποτελέσματα των εφαρμογών AI.

Παράλληλα, αρκετές επιχειρήσεις θεωρούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ακόμη απαραίτητη για το αντικείμενό τους.

Θετικές προοπτικές για ανάπτυξη και απασχόληση

Η μελέτη καταλήγει ότι οι επιχειρήσεις που αξιοποιούν συστηματικά την AI εμφανίζονται πιο αισιόδοξες για την εξέλιξη των πωλήσεων, των επενδύσεων και της απασχόλησης την επόμενη τριετία. Μέχρι σήμερα δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί σε μείωση θέσεων εργασίας, αν και οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην αγορά εργασίας παραμένουν υπό αξιολόγηση.