
Την ανάγκη διασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας, ειδικά σε αυτή τη συγκυρία όπου επικρατεί διεθνώς αυξημένη αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, υπογράμμισε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κατά την ομιλία του στην ετήσια Γενική Συνέλευση.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας. Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων.»
Αναφερόμενος στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι, σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα.
Αντίστοιχα, σημαντική επιβράδυνση προβλέπεται και για την οικονομία της ευρωζώνης, με τον ρυθμό ανάπτυξης να υποχωρεί στο 0,9% (από 1,4% το 2025), λόγω της επίδρασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της αυξημένης αβεβαιότητας και των διαταραχών στην αγορά ενέργειας, οι οποίες ενισχύουν τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Παρά τον μετριασμό του ρυθμού μεγέθυνσης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τη ζώνη του ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης.
Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με ηπιότερο ρυθμό.
Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση της ανεργίας στο 8,2%.
Η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, λόγω αναζωπύρωσης των πιέσεων από τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν σε υγιή επίπεδα, με υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα (περίπου 3,2% του ΑΕΠ) και συνέχιση της πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους.
Για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ το 2026, επισημάνθηκε ότι θα χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και ανάγκη ευελιξίας. Σε περίπτωση γενίκευσης των πληθωριστικών πιέσεων, αναμένεται αυστηρότερη κατεύθυνση πολιτικής.
Όσον αφορά τις τράπεζες, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, αν και η γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης και την πιστωτική επέκταση.
• Εν κατακλείδι, οι διεθνείς ανατροπές αποτελούν για την Ευρώπη όχι μόνο απειλή αλλά και ευκαιρία αφύπνισης, με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας να προϋποθέτει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και συντονισμό πολιτικών. Στο εσωτερικό, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων είναι κρίσιμη για τη μετατροπή των κρίσεων σε ευκαιρίες και τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης, βιώσιμης και ανταγωνιστικής οικονομίας.
Οριακή η μείωση του ΑΕΠ στο δυσμενές σενάριο της ΤτΕ
Οριακή εκτιμάται ότι θα είναι η αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ από αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Συγκεκριμένα, αύξηση κατά 22% για ένα έτος εκτιμάται ότι:
- αυξάνει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,40 ποσοστιαίες μονάδες το 2026 και 0,34 το 2027
- μειώνει τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά περίπου 0,10 ποσοστιαίες μονάδες το 2026 και 0,12 το 2027
Η ανάλυση δείχνει ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύει τον πληθωρισμό και επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα, κυρίως μέσω αύξησης του κόστους παραγωγής και μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ επιβαρύνεται και η εξωτερική ζήτηση.






