
Κέρδη μετά φόρων που άγγιξαν το 1,3 δισ. ευρώ το 2025 ανακοίνωσε σήμερα η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, απορροφώντας τη δραστική αποκλιμάκωση των επιτοκίων αναφοράς κατά περίπου 190 μονάδες βάσης. Η επίδοση αυτή επιτεύχθηκε χάρη στην ισχυρή πιστωτική επέκταση, τη διψήφια αύξηση των εσόδων από προμήθειες, καθώς και τα υψηλά έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις.
Ειδικότερα, οι εκταμιεύσεις δανείων ενισχύθηκαν σημαντικά το δ’ τρίμηνο του 2025, κατανεμημένες σε πλήθος κλάδων, συντελώντας στην ισχυρή επέκταση των εξυπηρετούμενων δανείων κατά 3,5 δισ. ευρώ ή 10% σε ετήσια βάση, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο πιστωτικής επέκτασης άνω των 2,5 δισ. ευρώ. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια Εταιρικής Τραπεζικής κατέγραψαν διψήφια αύξηση 13% ετησίως, ενώ θετική ήταν και η δυναμική στη Λιανική Τραπεζική, με αύξηση 0,3 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ως αποτέλεσμα της ισχυρής ανόδου των δανείων προς μικρές επιχειρήσεις (16%) και των καταναλωτικών δανείων (7%).
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 2 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, αντανακλώντας συνεχιζόμενες εισροές σε λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου. Παράλληλα, συνεχίζεται η μετακύλιση προθεσμιακών καταθέσεων προς τα αμοιβαία κεφάλαια της Τράπεζας, βελτιώνοντας περαιτέρω το μείγμα και το κόστος καταθέσεων. Τα κεφάλαια υπό διαχείριση (FuM) πελατών Λιανικής ανήλθαν σε 9,3 δισ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 35% σε ετήσια βάση, στηρίζοντας τα καθαρά έσοδα από προμήθειες.
Το επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων μειώθηκε περαιτέρω, με το συνολικό κόστος καταθέσεων και χρηματοδότησης της Τράπεζας να διαμορφώνεται σε κάτω από 30 μονάδες βάσης και περίπου 60 μονάδες βάσης αντίστοιχα, στα χαμηλότερα επίπεδα της ελληνικής αγοράς. Αξιοποιώντας τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, η αύξηση των χρεογράφων σταθερής απόδοσης κατά 1,8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση αντικατοπτρίζει τη δυναμική του ισολογισμού, παρέχοντας μελλοντική στήριξη στα καθαρά έσοδα από τόκους.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) διαμορφώθηκε σε 2,4%, αποτυπώνοντας τις ευνοϊκές τάσεις στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, ενώ οι δείκτες κάλυψης από προβλέψεις παραμένουν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη σε όλα τα στάδια δανείων. Ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 18,8%, ενισχυμένος κατά 50 μονάδες βάσης σε ετήσια βάση, απορροφώντας την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τα υψηλά επίπεδα διανομών. Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας διαμορφώθηκε σε 21,5% ή 22,7% λαμβάνοντας υπόψη την έκδοση ομολόγου ΑΤ1 ύψους 500 εκατ. ευρώ τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ ο δείκτης MREL του Ομίλου ανήλθε σε 29,2%, υπερβαίνοντας τον αναθεωρημένο στόχο 26,7%.
Σε δήλωσή του, ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, τόνισε ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει ισχυρή δυναμική παρά τη διεθνή αστάθεια, με στήριξη από ένα ολοένα και πιο διαφοροποιημένο παραγωγικό μείγμα και αυξημένη συμμετοχή εξωστρεφών τομέων. Όπως σημείωσε, η κορύφωση των δαπανών που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το 2026, σε συνδυασμό με αυξημένη δημοσιονομική και νομισματική στήριξη, δημιουργούν προϋποθέσεις για χρονιά-ρεκόρ στις επενδυτικές δαπάνες.
Αναφερόμενος στα αποτελέσματα του 2025, υπογράμμισε ότι τα κέρδη μετά φόρων ύψους 1,3 δισ. ευρώ μεταφράζονται σε κέρδη ανά μετοχή 1,4 ευρώ, με τον δείκτη απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) στο 15,5%. Η επίδοση αυτή αποδίδεται στην ισχυρή πιστωτική επέκταση, τη διψήφια αύξηση εσόδων από προμήθειες και τη συνετή διαχείριση κόστους, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Ο κ. Μυλωνάς επισήμανε επίσης ότι η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια προσδίδει ανθεκτικότητα και στρατηγική ευελιξία, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Τράπεζας για υψηλές αποδόσεις προς τους μετόχους. Στο νέο επιχειρηματικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2028, η Τράπεζα στοχεύει σε διατηρήσιμη απόδοση RoTE 17% έως το τέλος του 2028 και καθαρή πιστωτική επέκταση άνω των 10 δισ. ευρώ στην επόμενη τριετία, με διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων και δείκτη CET1 κάτω από 16% στο τέλος της περιόδου.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η αντικατάσταση του συστήματος Βασικών Τραπεζικών Εργασιών (Core Banking System), που βρίσκεται σε τελικό στάδιο, αποτελεί ορόσημο στον μετασχηματισμό της Τράπεζας, ενισχύοντας τη λειτουργική αποδοτικότητα και την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα. Με σαφή στρατηγική κατεύθυνση, η Τράπεζα παραμένει προσηλωμένη στη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης και του μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας μακροπρόθεσμη αξία για μετόχους και κοινωνία.






