Παρουσιάστηκε τη Δευτέρα το βράδυ στην κεντρική αίθουσα της ΕΣΗΕΑ το βιβλίο του δημοσιογράφου και διευθυντή του economico Θοδωρή Καλούδη «50 Χρόνια Ρεπορτάζ στην Ιστορία». Kαι οι ομιλητές του πάνελ – Ευ. Βενιζέλος, Θοδωρος Ρουσόπουλος, Παύλος Τσίμας , με συντονίστρια την Όλγα Τρέμη – το παρουσίασαν ως μια δημοσιογραφική απόπειρα κατανόησης: όχι “τι έγινε”, αλλά “τι σήμαινε” αυτό που έγινε. Όπως επεσήμαναν, το έργο προτείνεται στο κοινό ως πολιτική τοιχογραφία της Μεταπολίτευσης μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε, για μισό αιώνα, ανάμεσα σε εξουσία, κοινωνία, διεθνείς μετατοπίσεις και σταδιακές μεταμορφώσεις των ΜΜΕ.
Όλγα Τρέμη: το βιβλίο προτείνεται ως εργαλείο αναστοχασμού
Η Όλγα Τρέμη, ανοίγοντας την εκδήλωση, ορίζει το πλαίσιο με έναν τρόπο σχεδόν “συντακτικής εισαγωγής”: ο συγγραφέας δεν διεκδικεί τον ρόλο του ιστορικού, αλλά κρατά την ιδιότητα του δημοσιογράφου που επιχειρεί να διαβάσει τους παράγοντες που συγκρότησαν το “πολυδιάστατο παζλ” της Μεταπολίτευσης. Στην παρουσίασή της, ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιγράφεται ως η σχέση πολιτικής εξουσίας και κοινωνίας: οι μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις, οι κυβερνητικές εναλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν πράγματα —και κυρίως εκείνες που έμειναν “μετέωρες”—, οι χαμένες ευκαιρίες, οι αυταπάτες και τα λάθη που επανέρχονται ως μοτίβο. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη “ταραχώδη” οικονομική πορεία της χώρας, στο αποτύπωμά της στην κοινωνία, στα εθνικά μέτωπα, στις πολιτισμικές αλλαγές και στον μετασχηματισμό των ΜΜΕ.

Η ίδια η Τρέμη προχώρησε σε κάτι ακόμη: συνέδεσε το βιβλίο με το σήμερα. Μίλησε για ένα διεθνές περιβάλλον όπου το δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του ισχυρού και θέτει ευθέως το ερώτημα μιας μεσαίας χώρας: προσδένεσαι στο άρμα του ισχυρού ή αναζητάς συμμαχίες και με ποιο δόγμα; Στην ελληνική εκδοχή της αγωνίας, προσέθεσε τη διπλή όψη της οικονομίας: δημοσιονομικές επιτυχίες από τη μία, “σκληρή καθημερινότητα” από την άλλη. Και εεσήμανε ως πιο ανησυχητικό στοιχείο την απώλεια ελπίδας και την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, με ένα πολιτικό σύστημα που “πάσχει” τόσο στην εσωτερική επικοινωνία όσο και στη σχέση του με την κοινωνία. Έτσι, κατέληξε, το βιβλίο προτείνεται ως εργαλείο αναστοχασμού, όχι ως αφορμή πανηγυρισμών ή κατεδαφισμών.










Ο Παύλος Τσίμας και η Όλγα Τρέμη, λίγο πριν την έναρξη της συζήτησης


Κατερίνα Μάρκου: “πολιτική τοιχογραφία” της ελληνικής δημοκρατίας
Σε παρέμβασή της η Κατερίνα Μάρκου από τις εκδόσεις Παπαζήση συμπύκνωσε την εκδοτική λογική: δεν υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι που να έχουν γράψει με τέτοια διάρκεια, και το έργο που κρατούν στα χέρια τους παρουσιάζεται ως “πολιτική τοιχογραφία” της ελληνικής δημοκρατίας από το 1974 μέχρι σήμερα. Στην τοποθέτησή της υπογραμμίστηκε το διπλό επίπεδο του βιβλίου: καταγραφή αλλά και ερμηνεία συσχετισμών δύναμης, στρατηγικών επιλογών και ιστορικών αδιεξόδων. Η Μάρκου επέμεινε στη νηφαλιότητα του συγγραφέα και στη σαφή τοποθέτηση υπέρ της θεσμικής συνέχειας και της ευρωπαϊκής πορείας — όχι ως σύνθημα, αλλά ως γραμμή ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης. Το έργο, όπως περιγράφεται, διατρέχει τις μεταμορφώσεις της εξουσίας, τη λειτουργία του κομματικού συστήματος, τις καμπές της οικονομίας, την Ανατολική Μεσόγειο, τις δοκιμασίες του κράτους δικαίου. Και θέτει το ερώτημα που λειτουργεί σαν τελικός καθρέφτης: “Ποια δημοκρατία οικοδομήσαμε και ποια θέλουμε για τις επόμενες δεκαετίες;”

Θόδωρος Ρουσόπουλος: η κοινωνία διαθέτει κυρίως ισχύ άρνησης
Ο Θόδωρος Ρουσόπουλος προσεγγίζει το βιβλίο από μια γωνία που έχει πολιτική αλλά και δημοσιογραφική μνήμη. Αναγνώρισε στην κατάταξη του συγγραφέα μια “πρωτότυπη” αρχιτεκτονική: από τις αρχικές επιλογές της αποκατάστασης της δημοκρατίας και τη συγκρότηση των νέων κομμάτων, έως την κατάρρευση των βεβαιοτήτων και τη φάση που ο Καλούδης ονομάζει “αναγκαστική ενηλικίωση”.
Ο Ρουσόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα σε ένα από τα πιο “σκληρά” σημεία της βιβλικής διάγνωσης: ότι η κοινωνία διαθέτει ισχύ, αλλά κυρίως ισχύ άρνησης — μπορεί να τιμωρήσει, να ανατρέψει, να μπλοκάρει· σπανιότερα όμως στηρίζει μεταρρυθμίσεις με κόστος. Η κοινωνία ζητά “προστασία χωρίς φόρους”, “ανάπτυξη χωρίς ρίσκο”, “αλλαγή χωρίς απώλειες”: μια αντίφαση που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει ως σταθερό στοιχείο της νεοελληνικής καθημερινότητας. Παράλληλα, ο Ρουσόπουλος αναδεικνύει τις ενότητες για οικονομία, εργασία, ασφαλιστικό, brain drain και δημογραφικό, αλλά και το ενδιαφέρον του συγγραφέα για το διεθνές περιβάλλον ως βασικό εφόδιο “δημοσιολόγου αναλυτή”.
Στα τελευταία κεφάλαια βλέπει μια στροφή στον πολιτισμό και τις “σκιές” της Μεταπολίτευσης: βία, τρομοκρατία, άκρα δεξιά, ακόμη και τη “γλώσσα της υπερβολής, της αυταπάτης και της δυσπιστίας”. Η κατακλείδα του —με την αναφορά στον Καλλισθένη— λειτουργεί ως έμμεση υπόμνηση της δημοσιογραφικής στάσης: λιγότερα “φιλιά” εξουσίας, περισσότερη ανεξαρτησία.

Παύλος Τσίμας: το βιβλίο είναι η “βιογραφία μιας χώρας”
Ο Παύλος Τσίμας, μέσα στην ένταση της ημέρας, έδωσε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες “αναγνωστικές ταυτότητες” του βιβλίου: το χαρακτήρισε έργο μιας γενιάς που μεγάλωσε στη δικτατορία, με την αίσθηση ενός έξω κόσμου που απελευθερωνόταν, ενώ εδώ κυριαρχούσε ο έλεγχος και η καταπίεση. Αυτή η εμπειρία, λέει, γεννά έναν ανθρωπολογικό τύπο που δύσκολα ιδιωτεύει: δεν μπορεί να δει τον εαυτό του έξω από τη δημόσια σφαίρα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, το βιβλίο γίνεται κάτι περισσότερο από χρονικό: γίνεται “βιογραφία μιας χώρας” – γιατί καταγράφει ταυτόχρονα πολιτική, οικονομικούς κύκλους, διεθνές περιβάλλον, κοινωνικά ρεύματα και αλλαγές στην ίδια τη ζωή και στις αντιλήψεις της κοινωνίας.
Στο πιο πολιτικό του συμπέρασμα, ο Τσίμας εστίασεστην ισορροπία της Μεταπολίτευσης ανάμεσα σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, περιγράφοντας τη ΝΔ ως μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης και διακυβέρνησης, και το ΠΑΣΟΚ ως συναισθηματική και κοινωνική μηχανή που δεν άντεξε στη δοκιμασία της κρίσης. Η απόπειρα υποκατάστασης της ισορροπίας από μια σχέση ΝΔ–ΣΥΡΙΖΑ, είπε, τελείωσε το 2019 και έκτοτε ζούμε ένα κενό: κυβέρνηση χωρίς την αρχική “φόρα”, αλλά και έλλειψη πειστικής εναλλακτικής. Το βιβλίο, κατά τον Τσίμα, βοηθά να μπει αυτή η συζήτηση σε πιο λογική βάση, γιατί η εποχή που ανοίγει δεν είναι απλώς αλλαγή αμερικανικής προβολής ισχύος αλλά αλλαγή παγκόσμιου κοινωνικοοικονομικού υποδείγματος.

Ευάγγελος Βενιζέλος: “συστηματικό, πολυπρισματικό, σοβαρό ερευνητικά”
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος κινήθηκε σε άλλο ύφος, πιο θεωρητικό και ιστορικο-πολιτικό. Επαίνεσε το βιβλίο ως “συστηματικό, πολυπρισματικό, σοβαρό ερευνητικά”, που καλύπτει “τα πάντα”: από εξωτερική πολιτική και πολιτικό σύστημα μέχρι μόδα και τραγούδι. Τοποθετεί τη Μεταπολίτευση ως αναψηλάφηση ενός τετάρτου της ζωής του νέου ελληνικού κράτους και τονίζει το παράδοξο: είμαστε τόσο κοντά στην ιστορία ώστε, μιλώντας για το παρελθόν, μιλάμε για το παρόν. Πρότεινε μια διάκριση σε τρεις φάσεις: (1) 1974 έως την έκρηξη της κρίσης — μια “επίχρυση” περίοδος, ανεπίγνωστη, που έμοιαζε γραμμική και μη αναστρέψιμη· (2) η φάση της κρίσης, όπου διαρρηγνύεται το κοινωνικό συμβόλαιο· (3) μετά το 2019, η προσπάθεια αναζήτησης νέας ισορροπίας. Εδώ εισάγει το σχήμα του “κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης”, παροχικού και συμπεριληπτικού, με κεντρικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ, και τη σκέψη ότι το πολιτικό σύστημα “πασοκοποιήθηκε” ευρύτερα.
Ο Βενιζέλος επέμεινε επίσης σε ένα “καταγωγικό τραύμα” που συνοδεύει την περίοδο: Κύπρος, ελληνοτουρκικά, ίδια ατζέντα εθνικών θεμάτων, ενώ το διεθνές πλαίσιο άλλαξε πολλές φορές. Και κλιμάκωσε τη διαπίστωση: έχουμε ζήσει σε ένα εθνικό αφήγημα “δυτικής/ευρωπαϊκής χώρας” με προνομιακές σχέσεις με ΗΠΑ, αλλά ο κόσμος γίνεται ολοένα πιο κόσμος σύγκρουσης. Καταρρέουν βεβαιότητες για Δύση, ευρωατλαντική σχέση, επάρκεια Ευρώπης ως παρόχου ασφάλειας, ακόμη και η κοινή πρόσληψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και όλα αυτά επιχειρούμε να τα αντιμετωπίσουμε με θεσμικά εργαλεία και εμπειρίες μιας άλλης εποχής — “αναλογικά”, όπως λέει. Στο εσωτερικό, προχώρησε σε μια αιχμηρή διόρθωση: δεν αναζητούμε απλώς “εναλλακτική λύση”, αλλά λύση συνολικά, γιατί η ίδια η παρούσα κατάσταση δεν νομιμοποιείται εύκολα ως “λύση”, είπε.

Θοδωρής Καλούδης:
Στην κορύφωση της βραδιάς, ο ίδιος ο Θοδωρής Καλούδης έδωσε τένα καθαρό “κείμενο προθέσεων”. Απέρριψε το βάρος της ταμπέλας “συγγραφέας” και επέμεινε: δημοσιογράφος. Ομολόγησε ότι καθυστέρησε 15 χρόνια να γράψει το βιβλίο και περιέγραψε την εσωτερική δυσκολία: να βάλει στην άκρη βεβαιότητες, εμμονές και συμπάθειες και να δει τα γεγονότα με απόσταση. Το βιβλίο των 300 σελίδων,είπε, δεν γράφτηκε για να δικαιώσει απόψεις ή γενιά, αλλά για να φωτίσει επιλογές, αυταπάτες και αναβολές — το σταθερό υπόστρωμα όπου “το αναγκαίο υποχωρούσε στο βραχυπρόθεσμο” και αυτό επαναλαμβανόταν ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και ιδεολογίες. Εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του έργου όπως εκφέρεται από τον ίδιο: “έχω στύψει 50 χρόνια και έχω βγάλει το ζουμί τους… όχι για το τι είδα, αλλά για το τι κατάλαβα.” Και αυτό το “κατάλαβα” περιλαμβάνει πολιτική, κοινωνία, οικονομία, συνδικαλισμό, τη σχέση του Έλληνα με το χρήμα, τον χαρακτήρα, τη διαφήμιση, την επικοινωνία ως παράγοντα που διαμορφώνει ζωές και αντιλήψεις.
Το πιο “ηθικό” συμπέρασμα του συγγραφέα ήταν επίσης κομβικό: η δημοσιογραφία δεν είναι αλάνθαστη, αλλά οφείλει να είναι ειλικρινής – έστω εκ των υστέρων. Και κυρίως: η δημοσιογραφία δεν είναι άσκηση βεβαιότητας· είναι άσκηση ευθύνης. Έτσι, είπε, “παραδίδει” το βιβλίο στο κοινό με την πίστη ότι η ιστορία της Μεταπολίτευσης δεν τελείωσε, αλλά γράφεται καθημερινά, άλλοτε με θόρυβο, άλλοτε με σιωπές· και το στοίχημα είναι να τη διαβάζουμε νηφάλια, χωρίς κραυγές και χωρίς αυταρέσκεια.
Η τελετουργία των ευχαριστιών, που ακολούθησε, δεν είναι απλώς τυπική. Συγκροτεί τον χάρτη μιας διαδρομής: από το φοιτητικό κίνημα, στους συναδέλφους και στους φίλους, έως την οικογένεια και τη “παρέα του γιου του” που τον πίεσε να γράψει. Και έκλεισε με μια δημόσια αναγνώριση για τους δημοσιογράφους που “αντιστέκονται” σε θολό κλίμα με τη σκόνη και το θόρυβο.
Η Όλγα Τρέμη, ολοκληρώνοντας, αποτύπωσε το κλίμα της βραδιάς: κοινό που δεν “παρίσταται”, αλλά συμμετέχει. Και ένα βιβλίο που, πέρα από την ιστορία, δηλώνει κάτι ουσιαστικό για τον τρόπο που ο συγγραφέας βλέπει τη χώρα: όχι ως καταγραφή γεγονότων, αλλά ως αναζήτηση νοήματος.
Αυτή είναι, τελικά, η περίληψη μιας ενδιαφέρουσας βραδιάς: ένα βιβλίο-αποτίμηση της Μεταπολίτευσης με δημοσιογραφική εντιμότητα, πολιτική μνήμη, κοινωνική ματιά και διεθνή επίγνωση. Ένα βιβλίο που δεν υπόσχεται εύκολα συμπεράσματα, αλλά προσφέρει κάτι χρησιμότερο: ένα πλαίσιο για να καταλάβουμε γιατί φτάσαμε εδώ – και με ποια ψυχραιμία μπορούμε να κοιτάξουμε το αύριο.








