Σάββατο, 11 Απριλίου, 2026

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τις Ελληνικές Επιχειρήσεις Σήμερα

Άνοδος τζίρου στο λιανεμπόριο, αλλά πιεσμένη η καταναλωτική ψυχολογία

ανατιμήσεις διατροφή

Αύξηση 6,1% παρουσιάζει ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου το πρώτο δίμηνο του 2026. Η αγορά των ταχέως κινούμενων καταναλωτικών προϊόντων στην Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται το 2026, αλλά με χαμηλότερη δυναμική, καθώς από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα η αύξηση της αξίας πωλήσεων στο FMCG διαμορφώνεται στο 4,9%, έναντι 8,3% την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Ο όγκος συμβάλλει κατά 7,3%, ενώ οι αυξήσεις τιμών μόλις κατά 1%.

Στο κανάλι Cash & Carry το πρώτο δίμηνο του 2026 η αξία πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4,6%, κυρίως λόγω της αύξησης του όγκου κατά 6,1%, ενώ οι τιμές κινήθηκαν πτωτικά κατά 1,5%. Τα παραπάνω ανέφερε χθες ο Αλέξανδρος Φλώρος, Retail Vertical Leader Mediterranean cluster NielsenIQ, στο πλαίσιο της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης της «Ελληνικής Επιτροπής ECR», που πραγματοποιήθηκε στον Ελληνικό Ιππικό Όμιλο Αμαρουσίου.

Ο ίδιος ανέφερε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα και αυξημένη αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει ασφαλής πρόβλεψη για το σύνολο της χρονιάς. Ωστόσο τόνισε ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει την ισχυρή ανάπτυξή της το 2026, ξεπερνώντας τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,2% της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με τον κ. Φλώρο, η καταναλωτική ψυχολογία παραμένει πιεσμένη. Συγκεκριμένα:

  • 52% των καταναλωτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι είναι οικονομικά χειρότερα από πριν (έναντι 32% παγκοσμίως).

  • Μόλις το 3% δηλώνει ότι μπορεί να ξοδεύει ελεύθερα, ενώ το 63% έχει χρήματα μόνο για τα βασικά (έναντι 41% παγκοσμίως).

Την ίδια στιγμή, η σωρευτική επιβάρυνση των νοικοκυριών από τις τιμές παραμένει έντονη, καθώς η μέση ετήσια πληθωριστική επίδραση στην Ελλάδα την περίοδο 2004-2025 φτάνει το +48,8%. Αυτό διαμορφώνει ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης στο διαθέσιμο εισόδημα. Ειδικά στο ενεργειακό κόστος, η σωρευτική άνοδος στον δείκτη ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και θερμικής ενέργειας φτάνει περίπου τις 120 μονάδες σε σχέση με το 2006.

Το 2025 το συνολικό “καλάθι” κατηγοριών αυξήθηκε σε αξία κατά +5,7%, με τις πωλήσεις να φτάνουν 19,323 δισ. ευρώ από 18,288 δισ. ευρώ το 2024. Βασικός μοχλός ανάπτυξης ήταν το οργανωμένο λιανεμπόριο, το οποίο ενισχύθηκε κατά +7,1% και αντιπροσωπεύει το 82,4% της συνολικής αξίας πωλήσεων, επιβεβαιώνοντας τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς τις μεγάλες οργανωμένες αλυσίδες.

Σε επίπεδο κατηγοριών, τα τρόφιμα και ποτά παραμένουν ο βασικός πυλώνας της αγοράς, με ετήσια ανάπτυξη +6,8%, ενώ τα fresh & bulk προϊόντα κατέγραψαν ακόμη ισχυρότερη άνοδο +10,1%, δείχνοντας ότι ο καταναλωτής δίνει προτεραιότητα στις βασικές καθημερινές αγορές.

Η ανάπτυξη του FMCG το 2025 προήλθε κυρίως από τον όγκο, καθώς η αγορά έκλεισε με +5,9% value growth, που αναλύεται σε:

  • +4,2% αύξηση όγκου

  • +1,7% αύξηση τιμών

Το στοιχείο αυτό δείχνει σαφή επάνοδο της πραγματικής κατανάλωσης μετά την περίοδο των έντονων ανατιμήσεων.

Τα Private Label (προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας) συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με ανάπτυξη +6,1%, αυξάνοντας οριακά το μερίδιό τους από 24,3% σε 24,4%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η αναζήτηση καλύτερης αξίας παραμένει βασικό κριτήριο για τον Έλληνα καταναλωτή.

Ο κλάδος Accommodation παρουσίασε πολύ ισχυρή ανάκαμψη μετά το 2020, καθώς ο ετήσιος τζίρος του αυξήθηκε από 2.419.719.000 ευρώ το 2020 σε 11.766.152.000 ευρώ το 2025, δηλαδή κατά περίπου 9,35 δισ. ευρώ. Αντίθετα, ο κλάδος Food Services (HORECA) παρουσίασε μικρή μείωση σε σχέση με το 2023, καθώς ο ετήσιος τζίρος του υποχώρησε από 10.847.844 ευρώ το 2023 σε 10.734.747 ευρώ το 2025, δηλαδή κατά 113.097 ευρώ ή περίπου -1,0%.

Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Αττική παραμένει η σημαντικότερη περιοχή της αγοράς, συνεισφέροντας το 41,0% της συνολικής αξίας, παρότι η ετήσια ανάπτυξή της (+5,9%) είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ελλάδας (+7,1%) και σημαντικά χαμηλότερη από τα Νησιά (+10,0%).

Τέλος, η προωθητική ένταση μειώθηκε μέσα στο 2025, ιδιαίτερα στα FMCGs – Branded Products, όπου από 64,4% τον Ιανουάριο υποχώρησε στο 39,6% τον Δεκέμβριο.